Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Ξεφόρτωσε τη την ελιά, να σε φορτώσει λάδι...

  Η ελιά ή ελαιόδενδρο ή λιόδεντρο (επιστ. Ελαία, Olea) είναι γένος καρποφόρων δέντρων της οικογένειας των Ελαιοειδών (Oleaceae), το οποίο συναντάται πολύ συχνά και στην Ελλάδα. Ο καρπός του ονομάζεται επίσης ελιά και από αυτόν παράγεται το ελαιόλαδο. Η ελιά υπήρξε το σύμβολο της θεάς Αθηνάς. Eίναι γνωστή από τους αρχαιότατους χρόνους, και πιθανότατα κατάγεται από το χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση, πατρίδα της ελιάς είναι η Αθήνα και η πρώτη ήμερη ελιά φυτεύτηκε από την Αθηνά στην Ακρόπολη.
   Οι Έλληνες ήταν ο πρώτος λαός που καλλιέργησε την ελιά στον ευρωπαϊκό μεσογειακό χώρο. Την μετέφεραν είτε Έλληνες άποικοι είτε Φοίνικες έμποροι.
 Εδώ και χιλιάδες χρόνια η ελιά και ο καρπός της «ζει» στην περιοχή της Μεσογείου. Το πολύτιμο αυτό δώρο της φύσης είναι μια ζωντανή κληρονομιά, που συνδέεται με πολλούς τομείς της ζωής μας. Το ελαιόλαδο τρέφει, συντηρεί, προστατεύει, τονώνει, θεραπεύει, εμπνέει. Η ελιά, είναι το ιερό δέντρο όλων των θρησκειών, από τους χρόνους της ειδωλολατρίας μέχρι τους χρόνους της εμφανίσεως των μονοθεϊστικών θρησκειών της μεσογείου και ιδιαιτέρως της χριστιανικής θρησκείας.  
  Στην Κρήτη, το λιόδεντρο φαίνεται πως βρίσκει τις ιδανικότερες συνθήκες για την ανάπτυξή του. Προτιμά το ήπιο μεσογειακό κλίμα. Αγαπά την υγρασία αλλά μπορεί να επιβιώσει και σε συνθήκες μεγάλης ξηρασίας. Αγαπά τον ήπιο μεσογειακό χειμώνα και ρουφάει άπληστα το δυνατό μεσογειακό φως. Αναπτύσσεται καλύτερα στα γόνιμα εδάφη. Όμως και στα πιο άγονα, ξερά, και πετρώδη εδάφη όπως εκείνα της Κρήτης μπορεί να ριζώσει και να δώσει καρπούς.
   Οι ελαιώνες του Κρήτης απλώθηκαν με τα χρόνια και σήμερα καταλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος της συνολικής έκτασης του νησιού. Η γεωργική γη του νησιού που είναι περιπου 3,6 Km2 και αποτελεί το 37% της συνολικής του έκτασης καταλαμβάνεται κατά 65% (2.350.000 στρ.) από ελαιώνες, κατά 10% από αμπελώνες, κατά 3% από Κηπευτικά, κατά 3% από Εσπεριδοειδή και κατά το υπόλοιπο 20% από διαφορα άλλα οπωροφόρα και ετήσιες καλλιέργειες.
   Οι Ελαιώνες του νησιού περιλαμβάνουν σήμερα ένα αριθμό τουλάχιστο 35 εκατ δένδρα και δεν παρουσιάζουν σημαντική ποικιλομορφία. Μια ποικιλία, η Κορωνεϊκή (η Λαδολιά η Ψιλολιά) κυριαρχεί και καταλαμβάνει σήμερα το 85% των ελαιώνων του νησιού. Πρόκειται για μια ποικιλία που παράγει μικρούς άλλα άφθονους καρπούς, σχεδόν κάθε χρόνο και θεωρείται σαν μια από τις πιο παραγωγικές ποικιλίες του κόσμου.Σε μικρότερα ποσοστά υπάρχουν και άλλες ποικιλίες που έχουν αρκετά υψηλόκορμα άλλα λίγο παραγωγικά δένδρα και καλλιεργούνται σε διάφορες περιοχές του νησιού όπως η Τσουνάτη στα Χανιά, η Θρουμπολιά στο Ρέθυμνο και η Χονδρολιά στο Ηράκλειο.
   Στην Κρήτη λίγες είναι οι οικογένειες που δεν ασχολούνται με την ελαιοκαλλιέργεια. Περίπου 95,5 χιλ. αγροτικές οικογένειες, δηλαδή το σύνολο σχεδόν των αγροτικών οικογενειών άλλα και η πλειονότητα των αστικών οικογενειών της Κρήτης, έχουν και καλλιεργούν μόνες τους ή με την βοήθεια εποχιακών εργατών - κυρίως την περίοδο της συγκομιδής - ένα μικρό ή μεγάλο αριθμό ελαιοδένδρων. Σε κάθε οικογένεια αντιστοιχούν περίπου 150-200 ελαιόδενδρα πράγμα που δίδει την δυνατότητα στους Κρητικούς ελαιοπαραγωγούς να φροντίζουν σχεδόν μόνοι τους όλες τις εργασίες που απαιτεί η καλλιέργεια. 
   ΔΙΑΤΡΟΦΗ: Οι περισσότερες από τις έρευνες που έχουν γίνει διεθνώς, αναδεικνύουν την κρητική ως το καλύτερο και πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μεσογειακής διατροφής.
   Παράδειγμα προς μίμηση για υγεία και μακροζωία αποτελούν, σύμφωνα με όλες τις έρευνες, οι Κρήτες προηγούμενων γενεών. Οι έρευνες έδειξαν ότι το μοντέλο διατροφής που προφυλάσσει από εμφράγματα του μυοκαρδίου καθώς και από διάφορες μορφές καρκίνου είναι εκείνο που ακολουθούσε ο αγροτικός πληθυσμός της Κρήτης. Λιτή διατροφή, πλούσια σε χορταρικά, φρούτα, ζυμωτό μαύρο ψωμί, αγνό τυρί, τροφές μαγειρεμένες μ’ ελαιόλαδο. Σημαντικός παράγοντας για την καλή υγεία του πληθυσμού της Κρήτης αποτελούσε επίσης η σωματική άσκηση. Η κατανάλωσή ελαιολάδου την ημέρα από τους Κρήτες ξεπερνά τα 70 γραμμάρια ημερησίως. Το μυστικό της μακροζωίας φαίνεται ότι βρίσκεται κυρίως στο ελαιόλαδο.
   ΠΡΟΪΟΝΤΑ: Εκτός από το λάδι το δένδρο της Ελιάς, μας προσφέρει και πολλά άλλα προϊόντα.
  Οι καρποί της ελιάς που παρασκευάζονται με διάφορους τρόπους ανάλογα με την ποικιλία, χρησιμοποιούνται σαν συμπλήρωμα στο πρόγευμα, στις σαλάτες, αλλα και σε πολλά φαγητά και αποτελούν άριστη, γευστική και υγιεινή τροφή.
Στην Κρήτη είναι γνωστοί πολλοί τρόποι παραδοσιακής παρασκευής που χρησιμοποιούνται στα σπίτια για οικογενειακή χρήση η σε μικρές βιοτεχνίες για διάθεση στο εμπόριο. Οι πιο γνωστοί από αυτούς είναι:
Ελιές πράσινες σε άλμη η τσακιστές που γίνονται με καρπούς ποικιλίας Τσουνάτης η Μουρατολιάς.
Ελιές μαύρες παστές η σε άλμη που γίνονται από καρπούς χονδρόκαρπων ποικιλιών (Θρουμπολιά Χονδρολιά, Τσουνάτη) η καρπούς της μικρόκαρπης και πλέον διαδεδομένης στην Κρήτη ποικιλίας Λιανολιάς η Κορωνέϊκης.
Το ξύλο της ελιάς χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα σαν καύσιμη ύλη, για ξυλοδεσιές στην αρχιτεκτονική, για εμπόλια στη σύνδεση κιόνων, για στειλεούς αγροτικών και άλλων εργαλείων, αλλά και για την κατασκευή ξοάνων θεών και άλλων ξύλινων αγαλμάτων.
Σήμερα το ξύλο της ελιάς αποτελεί πρώτη ύλη για κατασκευή επίπλων αλλά και ξυλόγλυπτων. Στην Κρήτη υπάρχουν αρκετά άριστοι τεχνίτες που παράγουν πραγματικά αριστουργήματα από το ξύλο της ελιάς. Το σκληρό ανθεκτικό και συγχρόνως εξαιρετικό σε εμφάνιση ξύλο της Ελιάς με τα πολυποίκιλα φυσικά σχήματα του αποτελεί εξαίρετη πρώτη ύλη για κατασκευή τραπεζιών, καρεκλών, κρεβατιών αλλά και πολλών άλλων διακοσμητικών αντικειμένων.
Τα φύλλα και τα κλαδιά της ελιάς που χρησιμοποιούνταν για στρώματα στα παλιά χρόνια, χρησιμοποιούνται σήμερα για ζωοτροφή και καύσιμη ύλη.
Τα φύλλα της ελιάς που αφαιρούνται από τον καρπό στα ελαιουργεία χρησιμοποιούνται σαν πρώτη ύλη για παρασκευή (κομπόστ) λιπάσματος κατάλληλου για την λίπανση των ελαιώνων που προορίζονται για παραγωγή βιολογικού ελαιολάδου. 
 Στο Σέμπρωνα παλαιότερα η καλλιέργεια της ελιάς και η παραγωγή λαδιού ήταν περιορισμένη. Με μικρό αριθμό ελαιοδένδρων οι περισσότεροι κάλυπταν τις δικές τους ανάγκες ενώ λίγοι ήταν αυτοί που έιχαν πολλά ελαιόδενδρα. Η μη χρήση λιπασμάτων και η ζημιά που προκαλούσε πολλές φορές το χιόνι - λόγω του υψομέτρου - δεν επέτρεπαν σημαντική παραγωγή. Μετά τον πόλεμο άρχισε η συστηματική καλλιέργεια του δένδρου ενώ νέα ελαιόδενδρα φυτεύθηκαν κυρίως γύρω στο 1970. Σήμερα υπάρχει επάρκεια και μια ποσότητα βγαίνει στο εμπόριο. Ευελπιστούμε για συστηματικότερη αξιοποίηση της παραγωγης.
Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου πάρθηκε από όπου οδηγούν τα links.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...